“Θα μαι κοντά σου όταν με θες” είπες

Έτσι είπες  και μετά εξαφανίστηκες. Χάθηκες σε έναν από τους δρόμους εκείνους που θα παίρναμε μαζί. Τελικά, όμως, αυτό το “μαζί” δεν ήρθε ποτέ. Όπως και η συνάντηση που σου ζήτησα τόσες φορές, επίμονα.

Έψαχνα για ένα γιατί….γιατί επέλεξες τον δρόμο μοναχός σου να τον κάνεις; Γιατί τα εμπόδια τα είδες για βράχους; Γιατί τους βράχους τους έριξες μπροστά μου;

Για να με ματώσεις. Για να μείνω πίσω. Να σε βλέπω να προχωράς ίσια στο ταξίδι που σχεδιάσαμε μαζί, ενώ εγώ παράλληλα θα πάλευα με τα θεριά που έβαλες στο διάβα μου. Θεριά για να μην ξεχάσω, να μην προχωρήσω.

Και εγώ σε φώναζα, θυμάσαι; Φώναζα το όνομα σου. Να ρθεις, ένα χέρι να δώσεις. Μια βοήθεια στο συνοδοιπόρο σου. Σε αυτόν που μέχρι χθες “αγάπη σου” καλούσες. Σε αυτόν που μέχρι χθες το χέρι σου έδινες να πιαστεί.

Μα όταν πιάστηκε, όταν επιτέλους αποφάσισε πώς εσένα ήθελε, εσύ έφυγες.

Πάλεψε να σε κρατήσει. Τον κόσμο του έφερε τούμπα. Ίδιο τον έκανε με το δικό σου. Να μην ντραπείς που δεν μοιάζετε. Τα εμπόδια τα πέρασε και τα προσπέρασε. Όχι πηδώντας τα. Πέρασε από μέσα.

Να σε φτάσω ήθελα. Να διεκδικήσω τη θέση μου δίπλα σου… Τη θέση μου στη λέξη “μαζί”.

Να σου θυμήσω την υπόσχεση. Τον όρκο σου πώς θα σαι εδώ. Πάντα εδώ. Πάντα για μένα.

Μα, ο χρόνος δεν μας έφτασε. Έκανε τη δουλειά του άκαρδα και ανελέητα όπως πάντα. Πέρασε γοργά.

Μπροστά στην μανία μου να τρέξω, να σε προλάβω, δεν κατάλαβα τον καιρό.

Μα πάνω απ’ όλα δεν κατάλαβα τα σημάδια του καιρού.

Δεν μέτρησα τους οιωνούς. Δεν τους μελέτησα.

Αφέθηκα στο κυνήγι σου και δεν είδα ότι οι δρόμοι μας πλέον ήταν παράλληλοι. Έτρεχα να σου πω ότι σε χρειάζομαι, ότι έχω ανάγκη εσένα για να περπατήσω, για να μην χτυπήσω.

Ένιωθα ότι χρειαζόμουν το χέρι σου δίπλα στο δικό μου. Να το κρατώ, να μην χάσω την ισορροπία μου. Το χώρο μου, το δικαίωμα μου στη ζωή σου.

Μα στο τέλος της διαδρομής γύρισα και κοίταξα πίσω. Περπάτησα πολύ. Τα πόδια μου και τα χέρια μου, μελανιές γεμάτα. Έφτασα στο τέλος.

Σε έφτασα.

Έψαξα να σε βρω να σου πω ότι ακολούθησα τα χνάρια σου για να βάλω τη δική μου συλλαβή -ζι στην λέξη “μαζί”.

Τότε συνειδητοποίησα ότι εσύ με ξέχασες. Και κάπου στεναχωρέθηκα γιατί περπάτησα πολύ για σένα. Πληγώθηκα για σένα.

Μα στάσου, σκέφτηκα. “Προσπαθώντας να τον φτάσεις δες πόσο προχώρησες. Δες πού είσαι και πού είναι.

Εκείνος έμεινε πίσω, την σκιά σου να κοιτάζει. Εσύ βρέθηκες σε ένα ξέφωτο μπροστά.

Περπάτησες πολύ για σένα. Για τον εαυτό σου.

Πληγώθηκες για σένα.

Οι πληγές σου σημάδια στη ψυχή, εφόδια για το αύριο. Μπορεί η συλλαβή σου να μην κούμπωσε κάπου. Μπορεί το -ζι να μην βρήκε το μα-.

Όμως να θυμάσαι ότι το δικαίωμα σου στο μέλλον και στην αγάπη το κέρδισες επάξια. Γιατί εσύ πάλεψες για την αγάπη που ένιωθες. Τήρησες την υπόσχεση που έδωσες.

Αυτός όμως “δεν ήταν κοντά σου όταν τον ήθελες”

“Ιστορίες της Μελάνια”

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *